La brèche

Au cœur de la maison, dans la grande pièce, il y a la brèche. À vrai dire ce n'est qu'une mince fissure dans le plancher, presque invisible. Rien d'inquiétant. Sinon le fait que cette fente n'est pas inactive. Souvent un courant d'air en sort, qui sent la poussière et la rouille. Et autre chose qu'on ne peut définir. Et qu'elle a une voix. La plupart du temps elle est muette. Mais par moments elle émet un son.
Parfois il y court, s'agenouille et flaire comme un chien. Puis il s'éloigne lentement, souillé par une veine terreuse, clandestine.
Alors il met son manteau, ouvre la porte.
Plus dangereux, âpre et tranchant comme une lame, il marche.
Il fauche les regards. Tourne la clé de la chanson des rues.
Aspire la moelle du soir.
De son os creux il fait une flûte et comme un assassin très vite
la fourre dans sa poche.
Ses doigts caressent les trous.
Mais il n'ose pas jouer.
Ce n'est pas encore le temps de l'expiration.

 

extraits de Monsieur T.,
[Melani ed. 2007]

Poèmes traduits du grec par Michel Volkovitch

 

 

ΤΟ ΡΗΓΜΑ

 

Μέσα στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο υπάρχει το ρήγμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια λεπτή ρωγμή στο πάτωμα σχεδόν αόρατη. Τίποτε το ανησυχητικό. Εκτός από το γεγονός πως η σχισμή δεν είναι αδρανής. Συχνά ένα ρεύμα εξέρχεται από αυτήν που μυρίζει σκόνη και σκουριά. Και κάτι άλλο απροσδιόριστο. Επίσης πως έχει φωνή. Το πιο πολύ είναι μουγγή. Όμως αραιά και που παράγει έναν ήχο.
Καμμιά φορά τρέχει εκεί, γονατίζει και μυρίζει σαν σκύλος. Ύστερα απομακρύνεται αργά μολυσμένος από μια φλέβα χοική, παράνομη.
Φοράει τότε το παλτό του και ανοίγει την πόρτα.
Επικινδυνότερος, αψύς και κοφτερός σαν λεπίδι περπατάει.
Θερίζει τα βλέματα. Κουρντίζει των δρόμων το τραγούδι. Ρουφάει το μεδούλι της εσπέρας
Από το κούφιο κόκκαλό της φτιάχνει έναν αυλό και σαν φονιάς τον χώνει βιαστικά στην τσέπη.
Τα δάχτυλα χαιδεύουν τις οπές.
Μα δεν τολμά να παίξει.
Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός της εκπνοής.