SANS VOIX...

 

face à la neige.

En cet instant-là j'étais le descendant de nomades méchants battus par les vents de sable, accoutumés aux temps brûlants, à la monotonie de la rudesse. En cet instant-là j'étais natif d'un pays soumis depuis toujours au soleil et à ses cordes brûlantes. En cet instant-là donc, moi, fils de la canicule, je devais inventer un mot pour nommer le miracle que je voyais. J'eus recours aux anciens, aux mythes et aux proverbes, aux énigmes antiques, aux livres préhistoriques de mes dieux. Sans rien trouver. Je retournai sur les lieux du miracle. Le temps coulait. Le miracle fondait. Il était blanc, froid et dense. Mes mains qui le serraient en furent brûlées. Mes dents qui le mâchaient en furent glacées. Le temps coulait. Le miracle fondait. Je ne trouvais pas de mot. À la fin il se changea en eau et disparut. C'était le résultat de conditions atmosphériques extrêmes. Alors je compris toute la difficulté du travail des poètes

 

 

Ενεός…..
μπροστά στο χιόνι.

Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων πονηρών νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα καυτά σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιός του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προιστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών